Make it small with Greek diminutives

Posted on 05. Feb, 2015 by in Grammar, Vocabulary

Tambako the Jaguar under a CC license on Flickr.

Tambako the Jaguar under a CC license on Flickr.

Diminutives (υποκοριστικά) are words that connote a smaller size. Their use is also related to affection and intimacy but also to contempt. There are many  suffixes that form diminutives are, but the most common are -άκι, -ίτσα, -ούλης, -ούλα, -άκης. They are very commonly used with food and drink (το ούζοτο ουζάκι,ouzo, η μπανάναη μπανανούλα, banana etc.) or with clothes (το παντελόνιτο παντελονάκι, pants, η φούστα - η φουστίτσα, skirt). In this case, it is not always easy to find an equivalent meaning in other languages. Below there are some examples of the use of diminutives.

1. – άκι

It is used with nouns


η γάτα – το γατάκι: cat – kitten

ο καφές -το καφεδάκι: coffee

το κρασί — το κρασάκι: wine

Η γάτα μας έκανε τέσσερα γατάκια. / Our cat had four kittens.

Ορίστε τα καφεδάκια σας. / Here are your coffees.

Θέλεις λίγο κρασάκι ακόμα; / Would you like more wine?

It can be also used with feminine or neuter proper names


η Μαρία – το Μαράκι: Maria

η Σοφία – το Σοφάκι: Sophia

η Κατερίνα – το Κατερινάκι: Katerina

το Παρίσι – το Παρισάκι: Paris

Πολύ την έξυπνη δε μας κάνεις Μαράκι;/ You think you’re too clever or what, Maraki? (pejorative)

Γεια σου Σοφάκι, τι κάνεις; / Hi Sofaki, how are you?

Θα πάω στο Παρισάκι, επιτέλους! / I’ll go to Paris, at last!

2. -ίτσα

It is used with nouns


η σούπα – η σουπίτσα: soup

η φούστα- η φουστίτσα: skirt

“Πεινάω!” “Έχω φτιάξει μια σουπίτσα.” / “I’m hungry!” “I’ve made a soup!”

Τι χαριτωμένη φουστίτσα! / What a cute little skirt!

It is also used with proper names.


η Ελλάδα – η Ελλαδίτσα: Greece

Πόσο μας λείπει η Ελλαδίτσα μας! / We miss our (little) Greece so much!


3. - ούλης, -ούλα, -ούλι

It is used with nouns


η μάνα – η μανούλα: mum – mummy

Μανούλα, πότε θα γυρίσεις στο σπίτι; / Mummy, when will you come home?


It is also used with adjectives


γλυκός – γλυκούλης, γλυκιά – γλυκούλα, γλυκό – γλυκούλι: sweet, cute

ξανθός - ξανθούλης, ξανθιά – ξανθούλα, ξανθό – ξανθούλι: blonde

Η κόρη σας είναι τόσο γλυκούλα! / Your daughter is so cute!

Γεια σου ξανθούλα! / Hi blondie!

It can be also used with proper names


η Άννα – η Αννούλα: Anna

η Σοφία – η Σοφούλα

Γεια σου Αννούλα, τι κάνεις; / Hi Anna, how are you?

4. - άκης

It is used with masculine forenames


ο Γιώργος – ο Γιωργάκης: George

Πού είσαι Γιωργάκη; Καιρό έχω να σε δω. / Where have you been George? I haven’t seen you in a long time.

ο Δημήτρης – ο Δημητράκης: Dimitrakis

Βαρέθηκα τις δικαιολογίες σου, Δημητράκη, ακούς; / I’m fed up with your excuses, Dimitri, OK? (pejorative)

You can find the examples in the pdf:


School vocabulary in Greek

Posted on 28. Jan, 2015 by in Vocabulary

ahh. photo under a Cc license on Flickr.

ahh. photo under a CC license on Flickr.

The verbs “to learn” and “to study” are often misused even by advanced learners of Greek. In this post, there are some examples of their use. There’s also a list of words related to school.

διαβάζω (diavazo): to read / to study

Ο Μιχάλης διαβάζει την εφημερίδα του. (O Mihalis diavazei tin efimerida tou). Michael is reading his newspaper.

Πρέπει να διαβάσω ιστορία για το τεστ. (Prepei na diavaso istoria gia to test). I have to study history for the test.

το διάβασμα (to diavasma): reading / homework

Έχω πολύ διάβασμα για αύριο. (Eho poli diavasma gia avrio). I have a lot of homework for tomorrow.

μαθαίνω (mathaino): to learn

Η Αλίκη μαθαίνει ισπανικά. (Ee Aliki mathaini ispanika). Alice is learning Spanish.

το μάθημα (to mathima): class/lesson/course/subject

Το μάθημα τελείωσε. Θα τα πούμε την επόμενη εβδομάδα. (To mathima teleiose. Tha ta poume tin epomeni evdomada). The class is over. We’ll talk next week.

“Τι μάθημα έχετε τώρα;” “Χημεία.” (Ti mathima ehete tora? Himia). What is lesson (subject) do you have now?” “Chemistry.”

μελετάω (meletao): to study

Μελετάμε πέντε ώρες τη μέρα. (meletame pende ores ti mera.) We study five hours per day.

η μελέτη (ee meleti): study / research

Έχουμε πολλή μελέτη για το τεστ. (Ehoume poli meleth gia to test). We have to study a lot for the test (lit: we have a lot of study for the test).

Ο καθηγητής δημοσίευσε μια μελέτη για τη χοληστερόλη. (O kathigitis dimosiefse mia meleti gia ti holisteroli). The professor published a study about cholosterol.

σπουδάζω: to study in University.

Ο Άκης σπουδάζει βιολογία στο Πανεπιστήμιο. ( O Akis spoudazei sto panepistimio). Akis studies biology in University.

οι σπουδές (ee spoudes): studies

Όταν τέλειωσε τις σπουδές της βρήκε δουλειά σε ένα γραφείο. (Otan teleiose tis spoudes tis vrike douleia se ena grafeio). When she finished her studies she found a job in an office.

Words related to school

η τάξη (ee taxi): class, classroom, grade

Η τάξη μας έχει δεκαπέντε παιδιά. (Ee taxi mas ehei dekapende paidia). There are fifteen children in our class.

Ο δάσκαλος της πέμπτης τάξης είναι πολύ καλός. (O daskalos tis pemptis taxis einai poli kalos). The teacher of the fifth grade is very good (lit.).

το σχολείο (to sholeio): primary and secondary school. If you use it to mean college or university people will be confused.

Ο γιος της είναι τεσσάρων χρονών. Δεν πάει στο σχολείο ακόμα. (O gios tis einai tesaron hronon. Den paei sholeio akoma). Her son is four years old. He doesn’t go to school yet.

ο παιδικός σταθμός (o paidikos stathmos): daycare

Η Νίνα είναι τριών χρονών. Πηγαίνει στον παιδικό σταθμό κάθε μέρα. (Ee Nina einai trion hronon. Pigainei ston paidiko stathmo kathe mera).Nina is three years old. She goes to daycare every day.

το νηπιαγωγείο (to nipiagogeio): kindergarten

Η Αναστασία είναι νηπιαγωγός. Δουλεύει σε ένα ιδιωτικό νηπιαγωγείο. (Ee Anastasia einai nipiagogos. Doulevei se ena idiotiko nipiagogeio). Anastasia is a kindergarten teacher. She works in a private kindergarten.

το δημοτικό (to dimotiko): elementary school

Το δημοτικό έχει έξι τάξεις. (To dimotiko ehei exi taxies). There are six grades in elementary school.

το γυμνάσιο (to gymnasio): middle school (age 12-14)

Η Έλλη είναι δεκατριών χρονών. Πηγαίνει στο γυμνάσιο. (Ee Ellie einai dekatrion hronon. Pigainei sto gimnasio). Ellie is thirteen years old. She goes to high school.

το λύκειο (to likio): high school (age 15-18)

Ο γιος τους πηγαίνει σε ένα νυχτερινό λύκειο. (O gios tous pigainei se ena nihterino likeio). Their son goes to an evening high school.

το δημόσιο σχολείο (to dimosio sholeio): public school

Το δημόσιο σχολείο της γειτονιάς μας είναι πολύ καλό. (To dimosio sholeio tis yitonias mas einai poli kalo). The public school in our neighborhood is good.

το ιδιωτικό σχολείο (to idiotiko sholeio): private school

Τα παιδιά τους πηγαίνουν σε ένα ακριβό ιδιωτικό σχολείο. (Ta paidia tous pigainoun se ena akrivo idiotiko sholeio). Their children go to an expensive private school.

το πανεπιστήμιο (to panepistimio): university

Τελείωσε το πανεπιστήμιο στην Αθήνα και μετά συνέχισε τις σπουδές της στη Γαλλία. (Teleiose to panepistimio stin Athina kai meta sinehise tis spoudes tis sti Galia). She graduated from the university of Athens and then she continued her studies in France.

η τεχνική σχολή (ee tehniki sholi): technical school

Ο Παύλος τελείωσε μια τεχνική σχολή και έγινε υδραυλικός. (O Pavlos teleiose mia tehniki sholi kai egine idravlikos). Pavlos finished a technical school and became a plumber.

το πτυχίο (to ptihio): bachelor’s degree

Η Ειρήνη έχει πτυχίο Νομικής. (Ee irini ehei ptihio nomikis). Irene has a bachelor in Law.

το δίπλωμα (to diploma): diploma. In Greece, the graduates of a Polytechnic School get a diploma.

Η Αλεξία έχει δίπλωμα Αρχιτεκτονικής. (Ee Alexia ehei diploma arhitektonikis). Alexia has a diploma in Architecture.

το μεταπτυχιακό (to metaptihiako): master’s degree

Ο Στέλιος έχει μεταπτυχιακό στην Ειδική Αγωγή. (O stelios ehei metaptihiako stin eidiki agogi). Stelios has a master’s degree in Special Education.

το διδακτορικό (to didaktoriko): PhD

Όταν πήρε το δίπλωμά της, έκανε διδακτορικό στη βιοκλιματική. (Otan pire to diploma tis ekane didaktoriko sti vioklimatiki).

When she got her diploma, she had a PhD in bioclimatic.

ο δάσκαλος, η δασκάλα (o daskalos, ee daskala): teacher in primary education (masculine and feminine). Η Σοφία δουλεύει σε ένα δημοτικό σχολείο. Είναι δασκάλα. (Ee Sophia doulevei se ena dimotiko sholeio. Einai daskala). Sophia works in an elementary school She’s a teacher.

ο μαθητής, η μαθήτρια (o mathitis, ee mathitria): student in primary education (masculine and feminine). Ο Κωνσταντίνος είναι μαθητής του δημοτικού σχολείου. (O Konstantinos einai mathitis tou dimotikou sholeiou). Konstantinos is a student in primary school.

ο καθηγητής, η καθηγήτρια (o kathigitis, ee kathigitria): teacher in secondary education / professor

Η Μαρία δουλεύει σε ένα γυνάσιο. Είναι καθηγήτρια ιστορίας. (Ee Maria doulevei se ena gimnasio. Einai kathigitria istorias). Maria works in a middle schoo. She’s a history teacher.

Ο Κυριάκος είναι καθηγητής στην Ιατρική. (O Kiriakos einai kathigitis stin iatriki). Kiriakos is a professor in Medical School.

keith ellwood under a Cc license on Flickr.

keith ellwood under a CC license on Flickr.

English “invaders”: English words used in Greek

Posted on 20. Jan, 2015 by in Vocabulary

by Robert Gourley under a CC license on Flickr

by Robert Gourley under a CC license on Flickr

Greek is one of the most ancient languages and there are words to describe almost anything. However, there are English words used in everyday life that cannot be translated. In some cases they can be translated but the Greek version is rarely used. These words can be related to:


το σούπερ μάρκετ (to super market): the Greek word is υπεραγορά (eeperagora) but it is not used in everyday life.

E.g. Θα πάω στο σούπερ μάρκετ να αγοράσω μερικά πράγματα. (Tha pao sto super market na agoraso merika pragmata). I’ll go to the super market to buy some things.

το βεσε (to vesse): w.c. The word w.c. follows the French pronunciation.

E.g. Στο σπίτι τους έχουν ένα βεσε και ένα μπάνιο. (Sto spiti tous ehoun ena vesse kai ena banio).

At their house they have a w.c. and a bathroom.

το πάρκινγκ (to parking): The English word parking is used in Greek to describe the parking lot.

E.g. Έξω από το κατάστημα υπάρχει ένα μεγάλο πάρκινγκ. (Ekso apo to katastima iparhei ena megalo parking). Outside the store there’s a big parking lot.

το μπαρ (to bar): a place where alcoholic beverages are served.

E.g. Δεν μου αρέσει αυτό το μπαρ. Η μουσική είναι χάλια. (Den mou aresee afto to bar. Ee mousiki eenai halia). I don’t like this bar. The music is awful.

τo κλαμπ (to club): nightclub

Χθες ήμουν στο κλαμπ μέχρι τις έξι το πρωί. (Hthes eemoun sto club mehri tis eksi to proee). Yesterday I was at the club until six o’ clock in the morning.

We also use the expression “κάνω κλάμπινγκ” (kano clubbing, to go clubbing).

Το άλλο Σάββατο θα πάμε στη Μύκονο για κλάμπινγκ. (To allo Savato tha pame sti Mikono gia clubbing). Next Saturday we’ll go clubbing to Mykonos.



κάνω ζάπινγκ (kano zapping): to switch channels using a remote control.

E.g.“Έχει τίποτα καλό η τηλεόραση;” “Δεν ξέρω. Κάνε ζάπινγκ.” (Ehee tipota kalo ee tileorasi? Den ksero. Kane zapping). “Is there anything good on TV?” “I don’t know. Do dome zapping” (lit.)

κάνω κάμπινγκ / πηγαίνω για κάμπινγκ (kano camping, pigaino gia camping): to go camping.

E.g. Δεν μένουν ποτέ στο ξενοδοχείο. Κάνουν κάμπινγκ. (Den menoun pote sto ksenodoheio. Kanoun camping) They never stay at the hotel. They go camping.

The word camping (κάμπινγκ) is also used as a noun.

E.g. Ο Τάσος και η Μαίρη μένουν στο κάμπινγκ. (O Tasos kai ee Mary menoun sto camping). Tasos and Mary are staying at the camping.

The Greek word for camping is κατασκήνωση (kataskeenosee) but it refers to a camping for children or teenagers where they spend summer holidays without the supervision of their parents.



το κοκτέιλ (cocktail). Usually it contains alcohol. Otherwise, it is called κοκτέιλ χωρίς αλκοόλ (coctail horis alcool), a cocktail with no alcohol.

E.g. Θα πάρω ένα κοκτέιλ. Ένα ντάκιρι φράουλα. (Tha paro ena coctail. Ena daiquiri fraoula)

I’ll have a cocktail. A strawberry daiquiri.

το κέιτερινγκ (catering): a company that provides food or the food provided.

E.g. Θέλετε να κάνουμε ένα διάλειμμα για φαγητό; Ήρθε το κέιτερινγκ. (Thelete na kanoume ena dialeema gia fagito? Irthe to catering). Would you like to have a lunch break? The catering is here.

το μίξερ: mixer

E.g. Μπορώ να πάρω το μίξερ σου; Θέλω να φτιάξω μια μηλόπιτα. (Boro na paro to mixer sou? Thelo na ftiaxo mia milopita). Can I take your mixer? I want to make an apple pie.

το σέικερ: shaker

E.g. Πώς θα φτιάξεις φραπέ χωρίς σέικερ; (Pos tha ftiaksees frape horis shaker). How are you going to make a frappe with no shaker?

by Chukumentary under a CC license on Flickr

by Chukumentary under a CC license on Flickr


Other nouns

το χόμπι: hobby

E.g.Τα χόμπι της είναι η ζωγραφική και η κηπουρική. (Ta hobby tis eenai ee zografiki kai ee kipouriki). Her hobbies are painting and gardening.

το ούφο (to oofo): UFO. In slang it means stupid and absent-minded.

E.g. H Ρένα λέει ότι είδε ένα ούφο στον κήπο της. (Ee Rena leei oti eede ena ufo ston kipo tis). Rena says she saw a UFO in her garden.

Ο αδερφός μου είναι τελείως ούφο. Ξέχασε τα κλειδιά του αυτοκινήτου μέσα στο αυτοκίνητο. (O aderfos mou einai teleios ufo. Ksehase ta kleidia tou aftokinitou mesa sto aftokinito). My brother is a complete jerk. He forgot the car keys inside the car.