I’m all ears: Greek idioms

Posted on 30. Mar, 2016 by in Vocabulary

 

By saragoldsmith under a CC license on Flickr

By saragoldsmith under a CC license on Flickr

Most students are familiar with human body vocabulary. In this post, there are  common expressions with the words αυτιά (ears), κεφάλι (head), λαιμός (neck), μάτια (eyes), στόμα (mouth)  and χέρια (hands). Some of these expressions are old fashioned.

  • αυτιά: ears

Δεν πιστεύω στα αυτιά μου: I can’t believe my ears

Όταν μου είπε ότι έρχεται η αδερφή του δεν πίστευα στα αυτιά μου!

When he told me that his sister was coming I couldn’t believe my ears!

είμαι όλος-η αυτιά: I’m all ears

“Να σου πω ένα μυστικό;” “Ναι! Είμαι όλος αυτιά!”

“Can I tell you a secret?” “Yes! I’m all ears!”

  • κεφάλι: head

κάνω του κεφαλιού μου: I have it my way without taking into account the others

Στη δουλειά κάνει πάντα του κεφαλιού του.

He always has it his own way at work.

σπάω το κεφάλι μου: to rack one’s brain

Σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ αυτό τον άνθρωπο.

I rack my brain trying to remember this man.

  • λαιμός: neck

παίρνω κάποιον στο λαιμό μου: someone has a problem or gets into trouble because of me

Η Στέλλα πήρε μια κακή απόφαση και πήρε στο λαιμό της όλη την ομάδα.

Stella made a bad decision and all the team got in trouble because of her.

να κόψεις το λαιμό σου: (lit: cut your throat) by hook or by crook

Να κόψεις το λαιμό σου να βρεις τα λεφτά που μου χρωστάς!(Note that this is a rude expression)

Find the money you owe me, by any means!

 

By Debbie_Long under a CC license on Flickr

By Debbie_Long under a CC license on Flickr

  • μάτια: eyes

βάζω στο μάτι:

  1. to set one’s mind on

Ο Μιχάλης έχει βάλει στο μάτι την ανηψιά της Σοφίας.

Mihalis has set his mind on Sophia’s niece.

2. to be hostile

Η δασκάλα του δεν τον συμπαθεί. Τον έχει βάλει στο μάτι.

His teacher doesn’t like him. She’s hostile towards him.

έχω, προσέχω σαν τα μάτια μου: to treat a person with particular care

Όταν του έδωσα το αυτοκίνητό μου, μου είπε ότι θα το πρόσεχε σαν τα μάτια του!

When I gave him my car, he told me he would be very careful with it!

κάνω τα στραβά μάτια: to turn a blind eye

Όλα τα παιδιά αντέγραφαν αλλά ο καθηγητής έκανε τα στραβά μάτια.

All the children were cheating but the teacher was turning a blind eye to the cheating.

μου άνοιξε τα μάτια: the reality has been revealed to me

Δεν ήξερε ότι ο γιος της τής είπε ψέματα. Ευτυχώς, η φίλη της τής άνοιξε τα μάτια.

She didn’t know that her son lied to her. Fortunately, her friend revealed the reality to her.

  • στόμα: mouth

από το στόμα σου και στου θεού τ’αυτί: from your lips to God’s ears

“Μην ανησυχείς, θα γυρίσει γρήγορα ο άντρας σου.” “Από το στόμα σου και στου θεού τ’ αυτί!”

“Don’t worry, your husband will come back soon.” “From your lips to God’s ears!”

  • χέρι: hand

έχω του χεριού μου: to manipulate, to have on a string

Μπορεί να είναι αυστηρή με τους μαθητές της, αλλά τα παιδιά της την έχουν του χεριού τους.

She might be strict to her students but her children have her on a string.

κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου: to do everything possible

Θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου για να πάρω αυτή τη δουλειά.

I will do everything possible to get this job.

με το χέρι στην καρδιά: honestly

Βάλε το χέρι στην καρδιά πριν αποφασίσεις τι θα κάνεις.

Be honest to yourself before you decide what to do.

 

 

To talk, to discuss: Greek vocabulary

Posted on 23. Mar, 2016 by in Culture, Vocabulary

By N Stjerna under a CC license on Flickr

By N Stjerna under a CC license on Flickr

Most people believe that the Greeks are extroverted and talkative. Even though this is not always the case, it is true that most of us enjoy spending a lot of time talking with friends. In this post you may find some basic vocabulary related to speaking. Enjoy!

  • απαντάω= to answer, to reply

Τη ρώτησα αν θα έρθει στο πάρτι αλλά δεν απάντησε.= I asked her if she would come to the party but she didn’t answer.

  • αποκρίνομαι= to answer, to reply

“Τι μεγάλα μάτια που έχεις, γιαγιά!” είπε η Κοκκινοσκουφίτσα.

“Για να σε βλέπω καλύτερα”, αποκρίθηκε η γιαγιά.

“What big eyes you have, grandmother!” said Little Red Riding Hood.

“All the better to see you with”, replied the grandmother.

  • κουβεντιάζω= to discuss

Της αρέσει να κουβεντιάζει με την Ηλέκτρα.= She likes discussing with Electra (literally)

  • λέω= to say

Η Μαργαρίτα δεν είπε τίποτα για την αδερφή της.= Margarita didn’t say anything about her sister.

  • μιλάω= to speak

Δεν μιλάνε ελληνικά με τους γονείς τους.= They don’t speak Greek with their parents.

  • ρωτάω= to ask

“Ξέρεις τι ώρα είναι;” ρώτησε ο Αλέξης.= “Do you know what time is it?” asked Alexis.

  • συζητάω= to discuss

Συζήτησαν για την αλλαγή του κλίματος.= They discussed about the climate change.

  • φλυαρώ= to blabber

Το παιδί φλυαρούσε ασταμάτητα σε όλο το ταξίδι.= The child blabbered continuously during the whole trip.

  • φωνάζω= to shout, to yell

Όταν ο Μίλτος έχει άδικο φωνάζει.= When Miltos is wrong he yells.

  • ψιθυρίζω= to whisper

Γιατί ψιθυρίζεις; Κανείς δεν κοιμάται.= Why are you whispering? Nobody’s sleeping.

By talaakso under a CC license on Flickr

By talaakso under a CC license on Flickr

 

Ιδιωματισμοί / Idioms

Δε βάζει γλώσσα μέσα του/της= to talk somebody’s had off / (literally: He / She doesn’t put his/her tongue inside)

Πάει η γλώσσα του/της ροδάνι= to talk somebody’s had off / (literally: His / Her tongue moves like a spinning wheel)

Μιας και το ΄φερε η κουβέντα= speaking of which

 

Παροιμίες / Proverbs

Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει.= The tongue breaks bone, though itself has none.

Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλο λόγο μην πεις.= Eat a big bite but don’t say big statement.

Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια.= Least said soonest mended.

Τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι.= Speech is silver, silence is golden.

By foilman under a CC license on Flickr

By foilman under a CC license on Flickr

 

 

Πηγές:

http://lexilogia.gr/home/

http://www.translatum.gr

 

 

 

“Clean” vocabulary in Greek

Posted on 16. Mar, 2016 by in Vocabulary

By Zeal Harris under a CC license on Flickr

By Zeal Harris under a CC license on Flickr

One of the most common stereotypes is that for Greek women the housework never ends.This stereotype doesn’t apply to the “new-generation” women, because most of them work so they spend very few time for cleaning the house compared to their grand-mothers. Τhis post is not about Greek housewives though, it is about vocabulary related to housework.

 

Ρήματα – verbs

αερίζω: to clean the air

απλώνω: to hang to dry, to peg

απολυμαίνω: to disinfect

βάζω πλυντήριο: to do laundry

βάζω ηλεκτρική (σκούπα): to vacuum

αφαιρώ / βγάζω: to remove

γυαλίζω (τα έπιπλα): to polish (the furniture)

καθαρίζω: to clean

ξεβγάζω, ξεπλένω:to rinse out

ξεσκονίζω: to dust off

πιγκάλ (το): toilet brush

πλένω τα ρούχα, τα πιάτα: to wash the dishes, the clothes

σιδερώνω: to iron

σκουπίζω: to sweep / to dry

στρώνω το κρεβάτι: to make the bed

σφουγγαρίζω: to mop

τρίβω: to scrub

ψεκάζω: to spray

 

By Keith Williamson under a CC license on Flickr

By Keith Williamson under a CC license on Flickr

 

Ουσιαστικά – nouns

άπλυτα (τα) / το καλάθι με τα άπλυτα:laundry basket

απλώστρα (η):drying rack

απολυμαντικό (το): disinfectant

απορρυπαντικό (το):detergent

αποσμητικό χώρου (το): air freshener

γυαλιστικό (το):polish (liquid or wax)

εντομοκτόνο (το): insecticide

καθαριστικό (το): cleaner

κερί (το): wax

κουβάς (ο):bucket

λάστιχο (το): hose

μαλακτικό (το):fabric softener

μανταλάκι (το): peg

ξεσκονόπανο (το): rag,duster

οικολογικό καθαριστικό (το): eco-friendly cleaner

πλυντήριο πιάτων (το): washing machine

πλυντήριο ρούχων (το):dishwasher

σαπούνι (το):soap

σκοροκτόνο (το): moth repellent

σκούπα (η):broom

σκουπιδοτενεκές: dustbin

στεγνωτήριο (το): spin dryer

σύρμα (το): wire wool

σφουγάρι (το): sponge

σφουγγαρίστρα (η):mop

σκόνη (η):powder / dust

υγρό (το):liquid

φαράσι (το):dustpan

 

Usually, we refer to the cleaning products by their brand name.

 

Common expressions

Αερίζω το δωμάτιο, το σπίτι: to clean the air in the room, in the house (by opening the windows)

Απλώνω τα ρούχα: to hung the clothes to dry

Βάζω τα ρούχα στα άπλυτα: to put the clothes in the laundry basket

Βγάζω / αφαιρώ τους λεκέδες, τα άλατα: to remove stains, lamscale

Κατεβάζω / βγάζω τα σκουπίδια:to take the garbage out

Κάνω τις δουλειές του σπιτιού: to do the housework

Πλένω / Καθαρίζω / Κάνω τα τζάμια: to wash the window glasses

 

And a funny expression:

Παστρικοθοδώρα: a woman who is constantly cleaning her house because she wants to show off. (http://www.slang.gr/lemma/10224-pastrikothodora) : Η παστρικοθοδώρα η Μαρία πλένει το μπαλκόνι της τρίτη φορά σήμερα/ It’s the third time Maria washes her balcony today. She’s such a “pastrikothodora”.

By Brett Jordan under a CC license on Flickr

By Brett Jordan under a CC license on Flickr