Derogatory Greek words Posted by on Jan 10, 2018 in Culture, Vocabulary

The adjective παλιός, παλιά, παλιό means old. When used in compound nouns, it gives the second noun a pejorative meaning. It cannot be used with every noun. In this post, there is a list with the most common words compound by παλιός- and a noun. Note: this post contains bad language in English.

photo via Pixabay


#1. παλιάνθρωπος: (ο άνθρωπος: man) a bad and immoral person. It is used only for men.

Η κόρη τους παντρεύτηκε έναν παλιάνθρωπο που τη χτυπούσε.

Their daughter got married to a bad man who was beating her.

#2. παλιόγερος (ο γέρος: old man)

Ο παλιόγερος μιλάει πολύ άσχημα στη νύφη του και στα εγγόνια του.

The mean old-man talks really bad to his daughter-in-low and his grandchildren.

#3. παλιόγρια (η γριά: old woman)

Η παλιόγρια η μάνα του κατάφερε να τον χωρίσει.

His mother, the old biddy, managed to separate him from his wife.

#4. παλιογυναίκα: (η γυναίκα: woman) it is old-fashiοned and it means prostitute.

Κάθε βράδυ βγαίνει με παλιογυναίκες.

Every evening he goes out with hookers.

#5. παλιοκόριτσο: (το κορίτσι: girl) a naughty girl.

Τι έκανες εκεί, παλιοκόριτσο; Ντροπή σου!

What have you done, bad girl? Shame on you!

#6. παλιόπαιδο: (το παιδί: child) In the singular it is used for boys and in the plural for boys or for boys and girls.

Δεν σου είπα να μην κάνεις παρέα με αυτά τα παλιόπαιδα;

Haven’t I told you not to see these naughty kids?

#7: παλιοδουλειά (η δουλειά: work)

Δεν την πληρώνουν καλά σ’ αυτή την παλιοδουλειά.

She is not paid well in that bad job (lit).

#8. παλιόκαιρος (ο καιρός: weather)

Πώς θα ταξιδέψουμε με τέτοιο παλιόκαιρο;

How will we travel in such a bad weather?

#9. παλιόρουχα (τα ρούχα: clothes)

Έρχεται στο σχολείο βρόμικος και με παλιόρουχα.

He comes to school dirty and dressed in bad (ugly) clothes.

#10. παλιόσπιτο: (το σπίτι: house)

Ένα ελληνικό τραγούδι λέει: “Σε τούτο το παλιόσπιτο θάψαμε την αγάπη μας ένα Σάββατο βράδυ.”

A Greek song says: “In this hovel we buried our love on a Saturday night.”

#11. παλιόσκυλο (ο σκύλος: dog)

Με δάγκωσε το παλιόσκυλο!

The vicious dog bit me!

#12. παλιόγατα (η γάτα: cat)

Με γρατζούνισε η παλιόγατα!

The vicious cat scratched me!

#13. παλιοπάπουτσα: (τα παπούτσια: shoes): ugly shoes or shoes old and torn.

Τι τα κρατάς αυτά τα παλιοπάπουτσα στη ντουλάπα σου;

Why do you still keep these old shoes in your closet?

#14: παλιόχαρτο: (το χαρτί: paper)

Έγραψε το τηλέφωνό της σε ένα παλιόχαρτο και το πέταξε κατά λάθος.

He wrote her phone number on a rough paper and he threw it away by accident.

#15. παλιοφαγητά (plural): (τα φαγητά: food) not nutritious food, junk food.

Πόνεσε το στομάχι μου με τα παλιοφαγητά που έφαγα.

My stomach hurts because of the junk food I ate.

Photo via Pixabay

Tags: , ,
Keep learning Greek with us!

Build vocabulary, practice pronunciation, and more with Transparent Language Online. Available anytime, anywhere, on any device.

Try it Free Find it at your Library
Share this:
Pin it

About the Author: Ourania

Ourania lives in Athens. She holds a degree in French Literature and a Master’s degree in Special Education for Children. Since 2008, she has been teaching Greek to foreigners.