Greek Language Blog
Menu
Search

Work vocabulary in Greek Posted by on Oct 8, 2019 in Vocabulary

Asking about one’s job usually works as an icebreaker for two people who want to start a small talk. In this post, there are phrases and words related to work.

By Belova59 via Pixabay

Basic phrases about work

Τι δουλειά κάνεις; This question means “what job do you do”. We avoid to use it because it is too direct.

Παράδειγμα (example):

“Τι δουλειά κανεις;” “Είμαι νοσοκόμα”. / “What’s your job?” “I am a nurse.”

 

 

Με τι ασχολείσαι; It is a polite way to ask about one’s job. Τhe verb ασχολούμαι (με) means to be involved with.

Παράδειγμα (example):

“Με τι ασχολείστε;” “Δουλεύω σε ένα εστιατόριο.” / “What are you involved with? (i.e. what is your job) “I work in a restaurant.”

Δουλεύω σε μία εταιρεία: I work in a company.

Δουλεύω σε ένα μαγαζί: I work in a store.

 

Είμαι + επάγγελμα: I am + profession.

Παράδειγμα (example):

Είμαι σερβιτόρος. / I am a waiter.

 

Εργάζομαι, δουλεύω: to work

Παράδειγμα (example):

Ο φίλος της εργάζεται σε ένα λογιστήριο. / Her boyfriend works in an accounting office.

 

Work vocabulary

ελεύθερος / ελεύθερη επαγγελματίας: free lancer.

Παράδειγμα (example):

Η Νάνσι είναι ελεύθερη επαγγελματίας. Παλιά δούλευε στο γραφείο του θείου της. / Nancy is a free lancer. In the past, she used to work in her uncle’s office.

 

 

μόνιμη απασχόληση (η): full-time job

Ο Στέφανος ψάχνει για μόνιμη απασχόληση. / Stefanos is looking for a full-time job.

 

 

ημιαπασχόληση (η): part-time job

Παράδειγμα (example):

Στο φούρνο ζητούν μία υπάλληλο για ημιαπασχόληση. / (Lit.) At the bakery they want an employee for a part-time job.

 

 

άδεια (η): time off

Παράδειγμα (example):

Μόλις πάρω την άδειά μου θα πάω λίγες μέρες στο χωριό μου. / (Lit.) When I take time off I will go to my village for a few days.

 

 

άδεια μετ’αποδοχών (η): annual leave

Παράδειγμα (example):

Δεν δικαιούσαι άδεια μετ’αποδοχών γιατί είσαι ωρομίσθιος. / You are not entitled to annual leave because you are an hourly employee.

 

 

οκτάωρο (το): eight-hour workday

Παράδειγμα (example):

Η Μαρία δουλεύει σε έναν παιδικό σταθμό. Κουράζεται πολύ ,αν και δεν δουλεύει οκτάωρο. / Maria works in a daycare. She gets very tired, although she does not work eight hours a day.

 

 

μισθός (ο): salary

Παράδειγμα (example):

Δεν μπορούσε να ζήσει με το μισθό του και βρήκε δεύτερη δουλειά. / He could not live on his salary and got a second job.

 

 

αμοιβή (η): fee

Παράδειγμα (example):

H αμοιβή του γιατρού είναι πενήντα ευρώ. / The doctor’s fee is fifty euros.

 

 

μεροκάματο (το): daily wage

Παράδειγμα (example):

Η Έλλη δεν μπορεί να ζήσει τα παιδιά της με το μεροκάματο και τη βοηθούν οι δικοί της. / Ellie cannot support her children (literally:: live her children) by her daily wage and her parents help her.

 

 

εργαζόμενος (ο), εργαζόμενη (η): employed, working person

Παράδειγμα (example):

Σήμερα οι εργαζόμενοι στο μετρό κάνουν απεργία. / Today the metro workers are on strike.

 

 

καριέρα (η): career

Παράδειγμα (example):

Ο διάσημος ηθοποιός άρχισε την καριέρα του ως κομπάρσος. / The famous actor started his career as a supporting actor.

 

 

σταδιοδρομία (η): career

Παράδειγμα (example):

H σταδιοδρομία της ως χορεύτρια τελείωσε μετά το τροχαίο που είχε. Τώρα είναι επιχειρηματίας. / Her career as a dancer ended after the car accident she had. Now she is a business woman.

 

By Mysticsartdesign via Pixabay

Tags: , ,
Keep learning Greek with us!

Build vocabulary, practice pronunciation, and more with Transparent Language Online. Available anytime, anywhere, on any device.

Try it Free Find it at your Library
Share this:
Pin it

About the Author: Ourania

Ourania lives in Athens. She holds a degree in French Literature and a Master’s degree in Special Education for Children. Since 2008, she has been teaching Greek to foreigners.