Greek Language Blog

Compound adjectives in Greek Posted by on Nov 18, 2020 in Vocabulary

Γεια σας! In this post we will explore compound adjectives. These adjectives give an expressive aspect to the meaning they describe, they are widely used and they cannot be found in grammar books.

Φωτογραφία από Katarzyna Tyl από το Pixabay

  • αγουροξυπνημένος (άγουρος: unripe + ξυπνάω: to wake up): who just woke up, half-awake

Όπως ήταν αγουροξυπνημένος, έβαλε να φτιάξει καφέ και του έπεσε η κούπα από τα χέρια.

As he was half-awake, he started making coffee and the mug fell off his hands.

  • αργοπορημένος (αργοπορώ: to delay): delayed

H Σοφία είναι πάντα ακριβής, έτσι όλοι ανησύχησαν όταν έφταση αργοπορημένη.

Sophia is always punctual, so they all worried when she arrived in delay.

  • χασομέρης (χάνω: to miss + μέρα: day): dallier, dawdler

Από τότε που βγήκε στη σύνταξη, παίζει όλο το πρωί τάβλι στο καφενείο με τους άλλους χασομέρηδες.

Since he retired, he has been playing all morning backgammon at the cafe with the other dawdlers.

  • ανοιχτοχέρης (ανοιχτός: open + χέρι: hand): generous

O Mιχάλης είναι πολύ ανοιχτοχέρης, αν και δεν είναι πλούσιος.

Michael is generous, even though he is not rich.

  • ανοιχτόμυαλος (ανοιχτός: open + μυαλό: mind): open-minded

O Πέτρος και η Αθηνά είναι ανοιχτόμυαλοι και έχουν μοντέρνες ιδέες.

Petros and Athena are open-minded and have modern ideas.

  • παραχαϊδεμένος (παρά: prefix meaning excessive + χαϊδεύω: to pamper): someone treated with excessive attention, spoiled

Ο γιος τους όταν ήταν μικρός ήταν παραχαϊδεμένος. Τώρα είναι πολύ καλός και ισορροπημένος.

When their son was a child, he was spoiled. Now he is very nice and balanced.

  • αναψοκοκκινισμένος (ανάβω: to light, to fire + κοκκινίζω: to blush): flushed

Γιατί είσαι έτσι αναψοκοκκινισμένος; Έτρεχες;

Why are you (so) flushed? Have you been running?

  • ξεψυχισμένος (ξε: prefix giving the word the opposite meaning + ψυχή: soul): wan, weak

Η Μαρία μιλούσε με μια αργή, ξεψυχισμένη φωνή.

Maria spoke in a slow, fainted voice.

  • καραβοτσακισμένος (καράβι: ship + τσακισμένος: smashed): (dated) stranded. It is used metaphorically to mean exhausted and suffering.

Έχει περάσει πολλά στη ζωή της γι αυτό δείχνει έτσι καραβοτσακισμένη.

She has suffered many ordeals that’s why she looks so exhausted.

Φωτογραφία από fancycrave1 από το Pixabay

Tags: , , ,
Keep learning Greek with us!

Build vocabulary, practice pronunciation, and more with Transparent Language Online. Available anytime, anywhere, on any device.

Try it Free Find it at your Library
Share this:
Pin it

About the Author: Ourania

Ourania lives in Athens. She holds a degree in French Literature and a Master’s degree in Special Education for Children. Since 2008, she has been teaching Greek to foreigners.


  1. Alexandra:

    Τέλεια! Μπράβο σου, Ράνια, ευχαριστώ και πάλι!
    I loved especially that sentence about the pensioner who παίζει όλο το πρωί τάβλι στο καφενείο. I think he
    1. δεν φτάνει ποτέ αργοπορημένος,
    2. κάποτε τρέχει στο καφενείο και μετά είναι αναψοκοκκινισμένος,
    3. σπάνια μιλάει με μια ξεψυχισμένη φωνή γιατί όλοι φωνάζουν,
    4. του αρέσει να παίζει τάβλι και γι’ αυτό δεν είναι ποτέ καραβοτσακισμένος. 😉
    Stay well and safe!

    • Ourania:

      @Alexandra Μπράβο, Αλεξάνδρα, πολύ σωστή χρήση των λέξεων 🙂
      Ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σου!