Greek Language Blog

Greek adjectives to describe clothing Posted by on May 11, 2017 in Vocabulary

In this post, there is a list of adjectives about clothing. Most of the adjectives can be used to describe other objects too.

By FeatheredTar under a CC license on Flickr

ακριβός,-ή,-ό: expensive

Αυτή η φούστα κάνει διακόσια ευρώ. Είναι ακριβή.

This skirt costs 200 euros. It is expensive.

κοντός,-ή,-ό: short

ο Τάσος είναι ψηλός και το παντελόνι τού είναι κοντό.

Tasos is tall and his pants are short for him.

μακρύς, -ιά, -ύ: long

Η Λίζα είναι έγκυος και φοράει μακριά ρούχα.

Lisa is pregnant and wears long clothes.

στενός, -ή, -ό: tight

Δεν μπορώ να κουμπώσω το τζιν μου. Είναι πολύ στενό.

I cannot button up my jeans. They are too tight.

φαρδύς, -ιά, -ύ: loose

Της αρέσει να φοράει φαρδιά πουλόβερ όταν κάνει κρύο.

She likes wearing loose sweaters when it is cold.

καινούριος,-α,-ο: new

«Ωραίο φόρεμα! Καινούριο είναι;» «Όχι. Το έχω δύο χρόνια.»

“Nice dress! Is it new?” “No. I have it for two years.”

κακοραμμένος, -η, -ο: badly sewed

Αυτό το σακάκι είναι κακοραμμένο. Το ένα μανίκι είναι πιο μακρύ από το άλλο.

This jacket is badly sewed.  One sleeve is longer than the other.

καλοραμμένος, -η, -ο: nicely sewed

Το ταγιέρ της δεν είναι ακριβό αλλά είναι καλοραμμένο και της πηγαίνει  πάρα πολύ.

Her suit is not expensive but it is nicely sewed and looks very nice on her.

μεταχειρισμένος, -η, -ο: second hand

Βρήκα ένα μαγαζί με μεταχειρισμένα ρούχα σε πολύ καλή ποιότητα.

I found a store with second hands in very good quality.

μοντέρνος, -α, ο: modern

Αυτό το μοντέρνο σακάκι δεν πάει με την βίντατζ τσάντα.

This modern jacket doesn’t match with the vintage bag.

μπαλωμένος, -η, -ο: patched

Όταν έβγαλε τα παπούτσια του, είδαν ότι οι κάλτσες του ήταν μπαλωμένες.

When he took his shoes off, they saw that his socks were patched.

ντεμοντέ: old-fashioned

Τα τζιν κολλάν είναι ντεμοντέ.

Jean tights are old-fashioned.

παλιός, -ά, -ό: old

Φοράει τα παλιά ρούχα του πατέρα του.

He wears his father’s old clothes.

σιδερωμένος, -η, -ο: ironed

Όλα του τα πουκάμισα είναι πάντα ωραία σιδερωμένα.

All his shirts are always nicely ironed.

τσαλακωμένος, -η, -ο: creased

Το λινό μου φόρεμα είναι τσαλακωμένο. Πρέπει να το σιδερώσω.

My linen dress is creased. I need to iron it.

φτηνός, -ή, -ό: cheap

Αγόρασα δύο ζευγάρια παπούτσια γιατί ήταν πολύ φτηνά.

I bought two pair of shoes because they were very cheap.

χειροποίητος, -η, -ο: handmade

Τα παπούτσια ήταν πολύ ακριβά γιατί ήταν χειροποίητα.

The shoes were very expensive because they were handmade


Tags: , , ,
Keep learning Greek with us!

Build vocabulary, practice pronunciation, and more with Transparent Language Online. Available anytime, anywhere, on any device.

Try it Free Find it at your Library
Share this:
Pin it

About the Author: Ourania

Ourania lives in Athens. She holds a degree in French Literature and a Master’s degree in Special Education for Children. Since 2008, she has been teaching Greek to foreigners.