Greek Language Blog

Greek compound adjectives Posted by on Mar 11, 2020 in Vocabulary

Γεια σας! Today we will see some compound adjectives formed by καλο- (good) or κακο- (bad) and an adjective.

Φωτογραφία από Karolina Grabowska από το Pixabay

καλόβολος: easy-going


Αν πας διακοπές με την Έλενα, θα περάσεις πολύ ωραία. Είναι καλόβολη και δεν παραπονιέται. / If you go on vacation with Elena, you will have a great time. She is easy-going and never complains.

καλοκάγαθος: kindhearted

Μου άνοιξε την πόρτα ένας καλοκάγαθος γεράκος. / A kindhearted old man opened the door.



Ο Πέτρος είναι σκληρός αλλά η γυναίκα του είναι συμπαθητική και καλόκαρδη. / Petros is tough but his wife is nice and goodhearted.

καλοπληρωτής: one who pays their debts in time. The opposite is κακοπληρωτής.


Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τους ενοικιαστές μου. Είναι όλοι καλοπληρωτές. / Ι have no problem with my tenants. They all pay in time.

καλορίζικος: Ριζικό means destiny. We use this word when someone buys a house or a car.


Καινούργιο αυτοκίνητο; Καλορίζικο; / Is this car new? Enjoy!

καλοφαγάς: someone who enjoys good food.

καλόψυχος: someone with a good soul. The opposite is κακόψυχος.


Ήταν καλόψυχος και βοηθούσε ολους τους ηλικιωμένους της γειτονιάς. / He had a kind heart and helped all the elderly in the neighborhood.


Φωτογραφία από Mike Goad από το Pixabay


κακόβουλος: spiteful


Πέταξε το ανώνυμο γράμμα με τα κακόβουλα σχόλια στα σκουπίδια. / He threw the anonymous letter with the spiteful comments in the dustbin.

κακομοίρης: poor (man)


Τον λυπήθηκα τον κακομοίρη για αυτά που έπαθε! I felt sorry for the poor man, for all that happened to him.

κακόπιστος: untrustworthy


Είναι γνωστός στην αγορά ως κακόπιστος εργοδότης. / He is known at the market as an untrustworthy employer.

κακορίζικος: cranky


Όλες οι γυναίκες τον άφηναν γιατί ήταν κακορίζικος και τεμπέλης. / All his girlfriends let him because he was cranky ans lazy.

κακοτράχαλος: rocky, rough


Αυτός ο δρόμος είναι σύντομος αλλά κακοτράχαλος. / This road is short but rocky.

κακότροπος: rude. The opposite is καλότροπος.

Η Μαρία είναι δίκαιη αλλά καμιά φορά γίνεται ευερέθιστη και κακότροπη. / Maria is fair but sometimes she gets irritable and rude.

Tags: , ,
Keep learning Greek with us!

Build vocabulary, practice pronunciation, and more with Transparent Language Online. Available anytime, anywhere, on any device.

Try it Free Find it at your Library
Share this:
Pin it

About the Author: Ourania

Ourania lives in Athens. She holds a degree in French Literature and a Master’s degree in Special Education for Children. Since 2008, she has been teaching Greek to foreigners.


  1. Carolina:

    One of your best posts yet! So useful! Thank you!

    • Ourania:

      @Carolina Thank you! I am glad you find this useful 🙂