Greek Language Blog

Thank you! Please check your inbox for your confirmation email.
You must click the link in the email to verify your request.

Word families in Greek: Part Two Posted by on Aug 12, 2020 in Vocabulary

Γεια σας! A few weeks ago we looked into words families and some of you requested a second part. In this post we will see some commonly used word families.

 

Φωτογραφία από DanaTentis από το Pixabay

  • κοινωνώ (= participate): κοινωνία (society), κοινωνικός (sociable), επικοινωνία (communication), επικοινωνώ (to communicate), ακοινώνητος (unsociable), συγκοινωνία (public transport), τηλεπικοινωνία (telecommunication) , κοινωνικοποίηση (socialization), κοινωνιολογία (sociology), κοινωνιολόγος (social scientist), κ.α.

  • νους (= mind): έννοια (concept), εύνοια (favor), πρόνοια (welfare, providence), διχόνοια (faction), ομόνοια (consensus, concord), νοιάζομαι (to care), ξενοιάζω (to relax), άγνοια (ignorance), διάνοια (genius), μετάνοια (contrition), κ.α.

  • ξένος (= foreign, strange): φιλοξενία (hospitality), φιλοξενώ (to host), ξεναγός (tour guide), ξενάγηση (guided tour), αφιλόξενος (unwelcoming), ξενιστής (carrier), κ.α.

  • οδός (= street, way): είσοδος (entrance), έξοδος (exit), πάροδος (alley), άνοδος (rise, ascension), κάθοδος (descent), έφοδος (incurstion, raid), περίοδος (period), πρόοδος (progress), οδόστρωμα (pavement), διόδια (toll), περιοδεύω (to barnstorm), περιοδεία (tour), συνοδεύω (to accompany), κ.α.

  • οικία (= house): οικογένεια (family), οικόπεδο (building lot), οικοδόμος (construction worker), οικοδομή (building site), συνοικία (district), ενοίκιο (rent), νοικάρης (renter), οικονομία (economy), οικονομικός (economic), κατοικίδιο (pet), πολυκατοικία (condominium), μονοκατοικία (detached house), κατοικώ (to inhabit), κατοικία (abode), συγκατοικώ (to cohabit), συγκάτοικος (cohabitant), διοίκηση (administration), εξοικείωση (familiarity), εποικοδομητικός (constructive), αγροικία (cottage), αποικία (colony), κ.α.

  • πάγος (= ice): παγώνω (to freeze), παγωνιά (intense cold), παγωτό (ice cream), παγόβουνο (iceberg), παγάκι (ice cube), παγετός (frost), κ.α.

  • παίζω (= play): παιδί (child), παιδαγωγός (pedagogue), παιχνίδι (game/toy), παιδεία (learning, education), εκπαιδεύω (to educate), εκπαίδευση (education), εκπαιδευτικός (educational), παιδίατρος (pediatrician), παίχτης (player), εγκυκλοπαίδεια (encyclopedia), παιδιαρίζω (to romp), ομορφόπαιδο (beautiful boy, dated), κ.α.

  • σήμα (= sign): σημαία (flag), σημάδι (mark/sign), σημείο (point/spot), σήμανση (signalization), σημείωμα (note), παράσημο (badge), γραμματόσημο (postage stamp), ορόσημο (benchmark/landmark), σημαντικός (important), ασήμαντος (insignificant), σημασία (meaning/signification), διάσημος (famous), οικόσημο (emblem), σήμαντρο (semantron), σηματοδότης (signal, traffic light), κ.α.

  • τηλε- (= from afar): τηλεόραση (television), τηλέφωνο (telephone), τηλεθεατής (viewer), τηλεπαιχνίδι (quiz show), τηλεπαρουσιαστής (linkman), τηλεπικοινωνία (telecommunication), τηλεκπαίδευση (distance learning), τηλεμαραθώνιος (telethon), κ.α.

Φωτογραφία από beltonlg από το Pixabay

Want to hear more? Sign up for one of our newsletters!

For more language learning advice, free resources, and information about how we can help you reach your language goals, select the most relevant newsletter(s) for you and sign up below.

Tags: , ,
Share this:
Pin it

About the Author: Ourania

Ourania lives in Athens. She holds a degree in French Literature and a Master’s degree in Special Education for Children. Since 2008, she has been teaching Greek to foreigners.


Comments:

  1. Lou:

    This is fascinating – what a great post!